ἄκατος

ἄκατος
Grammatical information: f. (m.)
Meaning: `light vessel' (Thgn.), `boat-shaped cup' (Com.)
Derivatives: ἀκάτιον, also as `type of woman's shoe' (Ar.); ἀκάτειος, τὰ ἀκάτεια (sc. ἱστία) `small sail, from a minor mast' (X.); ἀκατίς f. `millepede' (Steph. Med.), see Strömberg, Gr. Wortstud. 11.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: As a technical term prob. a loanword. Often, but without reason, connected with ἀκ- `sharp' (s. ἀκή). Diff. Winter Prothet. Vokal 12: to κητήνη πλοῖον μέγα ὡς κῆτος H. (rather from κῆτος?);
Page in Frisk: 1,51

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκατος — light vessel masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκατος — Μικρό ταχύπλοο σκάφος, με ή χωρίς κατάστρωμα, που χρησιμοποιείται στα πολεμικά πλοία για τη μεταφορά φορτίων ή ανθρώπων, όταν δεν είναι δυνατή η πρόσδεση των καραβιών στην αποβάθρα. Οι ά. κρεμιούνται με ειδικά ανυψωτικά μηχανήματα περιμετρικά,… …   Dictionary of Greek

  • άκατος — η μεγάλη βάρκα εμπορικού ή πολεμικού πλοίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τορπιλ(λ)άκατος — η, Ν (στρ. ναυτ.) μικρό και ταχύτατο πολεμικό σκάφος οπλισμένο με τορπίλες και βαρέα πολυβόλα ή αντιαεροπορικά πυροβόλα μικρού διαμετρήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τορπίλ(λ)η + άκατος. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Επιθεώρησις] …   Dictionary of Greek

  • ἀκάτω — ἄκατος light vessel masc/fem nom/voc/acc dual ἄκατος light vessel masc/fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτοιο — ἄκατος light vessel masc/fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτοις — ἄκατος light vessel masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτοισι — ἄκατος light vessel masc/fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτοισιν — ἄκατος light vessel masc/fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτου — ἄκατος light vessel masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάτους — ἄκατος light vessel masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.